Αυθαίρετες ερμηνείες και σκοπιμότητες σε βάρος της ισονομίας

Στις περιπτώσεις αυτές αλλά και σε άλλες, λιγότερο «επώνυμες», κανένας από τους εισαγγελείς του Αρείου Πάγου -συμπεριλαμβανομένου του Γ. Σανιδά, που υπηρετούσε τα συγκεκριμένα χρόνια- δεν ανακίνησε το παραμικρό θέμα για τον χρόνο απόλυσης πολυϊσοβιτών, ούτε και για τις άδειες που έπαιρναν πριν αποφυλακιστούν με όρους.

■ Η παραγγελιά (1973): Ο Νίκος Κοεμτζής για μια παραγγελιά ζεϊμπέκικου σκοτώνει στην πίστα μαγαζιού τρεις αστυνομικούς και τραυματίζει άλλους επτά. Αρχικά καταδικάζεται τρεις φορές σε θάνατο και οκτώ φορές ισόβια. Μετά την κατάργηση της θανατικής ποινής, αποφυλακίζεται με περιοριστικούς όρους ύστερα από 23 χρόνια (εισαγγελέας Α.Π. Αθ. Σιούλας).

■ Ο δράκος της Δράμας (1983): Ο έφεδρος Κυριάκος Παπαχρόνης δικάστηκε για βιασμούς και βομβιστικές επιθέσεις 2 φορές σε θάνατο συν 23 χρόνια κάθειρξη. Μετά την κατάργηση της θανατικής ποινής αποφυλακίζεται με όρους μετά από 22 χρόνια (εισαγγελέας Α.Π. Δημήτρης Λινός).

■ Ο δράκος της παραλίας (1983): Ο άριστος οικογενειάρχης Σπύρος Μπέσκος καταδικάζεται σε 2 φορές ισόβια για τον βιασμό και τον στραγγαλισμό δύο γυναικών και για δεκάδες άλλες απόπειρες. Το 2008 αποφυλακίζεται με όρους και συνεχίζει να ασκεί το επάγγελμα του φυσιοθεραπευτή (εισαγγελέας Α.Π. Γιώργος Σανιδάς).

■ Εταιρεία Δολοφόνων (1987): Ο Χρήστος Παπαδόπουλος (πρώην δήμαρχος Ν. Χαλκηδόνας, δικηγόρος) υπήρξε ιδρυτικό μέλος της εγκληματικής ομάδας που δολοφονούσε προσχεδιασμένα ηλικιωμένους για να τους αρπάξει τις περιουσίες. Από τα μέλη της «εταιρείας», ο Παπαδόπουλος καταδικάστηκε 8 φορές σε θάνατο και σε 25 χρόνια κάθειρξη και ο Πέππας σε δις ισόβια και 13,5 χρόνια κάθειρξη. Τελικά, ο Παπαδόπουλος αποφυλακίστηκε -αφού προηγουμένως είχε παραβιάσει την άδειά του- μετά από 21 χρόνια, το 2008, με περιοριστικούς όρους (εισαγγελέας Α.Π. Γιώργος Σανιδάς).

■ Τα τηγανόψωμα (1992): Η Μαρία Σαμπανιώτη δηλητηριάζει με παραθείο επτά άτομα, από τα οποία τρία έχασαν τελικά τη ζωή τους. Καταδικάζεται σε τρεις φορές ισόβια και αποφυλακίζεται το 2011 στα 19 χρόνια λόγω καλής διαγωγής και των ωρών εργασίας στη φυλακή (εισαγγελέας Α.Π. Ιωάννης Τέντες).

■ Σατανιστές (1994): Καταδικάζονται για δύο ειδεχθείς δολοφονίες γυναικών με δόλο ο αρχηγός Ασημάκης Κατσούλας σε δις ισόβια και δώδεκα χρόνια κάθειρξη, ο Μάνος Δημητροκάλης σε δις ισόβια και εννέα χρόνια κάθειρξη και η συνεργός τους σε 17 χρόνια. Ο Δημητροκάλης αποφυλακίστηκε έχοντας εκτίσει τα 3/5 της ποινής του (15 από συνολικά 25 χρόνια), ενώ ο Κατσούλας λόγω και σοβαρών πειθαρχικών παραπτωμάτων αποφυλακίστηκε στα 21 χρόνια με άγνωστους περιοριστικούς όρους (εισαγγελέας Α.Π. Ευτέρπη Κουτζαμάνη).

■ Τριπλή παιδοκτονία (1999): Ο παιδοκτόνος Γιώργος Μεταξάκης καταδικάστηκε σε τρεις φορές ισόβια και αποφυλακίστηκε μετά από 19 χρόνια το 2018 (εισαγγελέας Α.Π. Ξένη Δημητρίου).  )

 

Αντα Ψαρρά

Με δύο στοχευμένες παρεμβάσεις ο πρώην εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, «γαλάζιων» και ιδιαίτερα συντηρητικών φρονημάτων, Γιώργος Σανιδάς, επιχειρεί να αποδείξει πως οι καταδικασμένοι σε πάνω από μία ισόβια κάθειρξη έχουν λιγότερα δικαιώματα από τους υπόλοιπους, κάνοντας επικίνδυνες νομικές ακροβασίες και κατά το δοκούν ερμηνείες του Ποινικού Κώδικα.

Σε αντίθεση με το πνεύμα του νέου Ποινικού Κώδικα, που χαρακτηρίζεται κατά γενική ομολογία από μια αναλογικότερη και σύγχρονη προσέγγιση στο σύστημα ποινών και στην απονομή δικαιοσύνης, οι έξαλλες κραυγές εκείνων που ζητούν να έχουν λόγο στο πώς θα αντιμετωπίζονται οι καταδικασμένοι γυρίζουν μοιραία τη συζήτηση στο σημείο μηδέν.

Δυστυχώς όμως αυτή η συζήτηση καφενείου για το πώς και κυρίως σε ποιους θα εφαρμόζονται οι νόμοι δεν τελειώνει στις σκόπιμες κραυγές για λόγους εντυπώσεων και αντιπολιτευτικής προπαγάνδας. Τη σκυτάλη όψιμων και καινοφανών ερμηνειών των νόμων αποφάσισαν καθόλου τυχαία να πάρουν στα χέρια τους και δικαστικοί λειτουργοί – συγκεκριμένα, ένας πρώην εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ο Γιώργος Σανιδάς.

Ξαφνικά ο «εκλεκτός της Ν.Δ.» επίτιμος εισαγγελέας αποφάσισε να παρέμβει δημόσια, δίνοντας με δύο άρθρα του -που αναδημοσιεύτηκαν ακαριαία από συγκεκριμένα ΜΜΕ- σε νομικό περιοδικό νέες ερμηνείες (σε νομοθετικές ρυθμίσεις που ίσχυαν και επί των ημερών του) στο ευεργετικό μέτρο των αδειών αλλά και στο θέμα του πότε αποκτούν δικαίωμα υφ’ όρον απόλυσης οι πολυϊσοβίτες.

Προηγήθηκε ο γνωστός καταιγισμός από ισχυρότατες μιντιακές και πολιτικές παρεμβάσεις προκειμένου να πιεστούν ασφυκτικά οι εισαγγελείς και να εφαρμόσουν τους νόμους με φωτογραφικές εξαιρέσεις. Με μια νομική ακροβασία ο επίτιμος εισαγγελέας, προκειμένου να μην κατηγορηθεί για παραβίαση της ισονομίας, ζητά αιφνιδιαστικά να καταργηθούν όχι για έναν αλλά για όλους τους πολυϊσοβίτες το ευεργετικό μέτρο των αδειών και οι προϋποθέσεις για την υφ’ όρον απόλυσή τους.

Παρέμβαση Νο 1: Οι πολυϊσοβίτες δεν δικαιούνται τακτικές άδειες (15/1/2019)

Το άρθρο γράφτηκε προφανώς με αποκλειστική αφορμή τον θόρυβο για τις τακτικές άδειες του καταδικασμένου πολυϊσοβίτη Δημήτρη Κουφοντίνα, ενώ περιέργως παραλείπει να αναφέρει ο κ. Σανιδάς ότι οι άδειες δόθηκαν με θετική κρίση 6 κατά σειρά εισαγγελέων και αφού ο κρατούμενος συμπλήρωσε -κατά πολύ μάλιστα- το αναγκαίο διάστημα (8 χρόνια) έκτισης ποινής.

Ο επίτιμος εισαγγελέας, «οπλισμένος» με την κατανοητή και απολύτως σεβαστή αντίδραση των συγγενών του κάθε θύματος, προχώρησε στον

καινοφανή ισχυρισμό ότι εφόσον το άρ. 55 του Σωφρονιστικού Κώδικα αναφέρει ότι παρέχεται «δικαίωμα άδειας σε όσους εκτίουν ποινή ισόβιας κάθειρξης», αυτό σημαίνει ότι το δικαίωμα ισχύει μόνο όταν υπάρχει μία και μόνο καταδίκη σε ισόβια! «Για τις περιπτώσεις, όμως, επιβολής πλειόνων της μιας ποινών ισοβίου καθείρξεως, η διάταξη του άρθρου 55 ουδέν ορίζει, όπερ σημαίνει ότι στις περιπτώσεις αυτές κρίνει και αποδέχεται ότι δεν πρέπει να χορηγείται τακτική άδεια».

Ο πρώην εισαγγελέας, με πλήρη αντιστροφή όχι μόνο της νομικής ερμηνείας αλλά και της κοινής λογικής, ανατρέπει τον δεδομένο μέχρι σήμερα -και για όλες τις νομοθετικές διατάξεις- ισχυρισμό ότι όταν δεν υπάρχει ειδική αναφορά του νομοθέτη σε κάποια εξαίρεση, τότε είναι αυτονόητο ότι δεν υφίσταται εξαίρεση. Και βέβαια, αμφισβητεί τις δεκάδες διατυπωμένες νομικές απόψεις και τις χιλιάδες αποφάσεις από το 1999 που εφαρμόστηκε ο ευεργετικός θεσμός των αδειών.

Χαρακτηριστικά, παραθέτουμε τη γνωμοδότηση του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου (το 2011) σε ερώτημα διευθύντριας φυλακών για το αν δικαιούται άδεια κρατούμενος με περισσότερες της μιας ποινές ισοβίων: «[…]επί του δευτέρου ερωτήματός σας, διά του οποίου ρωτάτε “πόσος χρόνος πρέπει να έχει εκτιθεί από κρατούμενο όταν έχει καταδικασθεί και κρατείται με ποινή δις ισόβια προκειμένου να του χορηγηθεί να κάνει χρήση εκπαιδευτικής αδείας”, έχουμε την παρακάτω άποψη που βασίζεται στις διατάξεις 58 παρ. 1 και 55 παρ. 1 του Σωφρονιστικού Κώδικα (Ν 2776/1999):

»Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι προκειμένου να τύχει εκπαιδευτικής αδείας ο κρατούμενος που έχει καταδικασθεί και κρατείται με ποινή δις ισόβια, θα πρέπει να έχει διαρκέσει η κράτησή του τουλάχιστον οκτώ έτη, αφού δεν υπάρχει ειδικότερη πρόβλεψη χορήγησης εκπαιδευτικής αδείας για εκτιόμενες ποινές ισοβίου καθείρξεως πέραν της μιας.

»Η αναφορά δε στην πιο πάνω διάταξη “…αν στον κατάδικο έχουν επιβληθεί περισσότερες ποινές κατά της ελευθερίας και δεν έχει γίνει προσμέτρησή τους σε μία συνολική ποινή κατά το άρθρο 94 Ποινικού Κώδικα, για τον υπολογισμό της ποινής που έχει εκτιθεί κατά την έννοια της παρούσας διάταξης λαμβάνεται υπόψη το άθροισμα των επί μέρους ποινών…” έχει εφαρμογή μόνον όταν ο κατάδικος εκτίει πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές».

Με την τελευταία μάλιστα πρόταση ο κ. Μαύρος καταρρίπτει και το δεύτερο επιχείρημα του κ. Σανιδά ο οποίος, προκειμένου να τεκμηριώσει τον όψιμο ισχυρισμό του, αναφέρεται στη μη παροχή άδειας σε κάποιον ισοβίτη σε βάρος του οποίου εκκρεμεί κι άλλη ποινή. «Θα ήταν άλλωστε παράδοξο και αντίθετο προς τη λογική […] ο καταδικασμένος άπαξ σε ισόβια κάθειρξη, κατά του οποίου εκκρεμεί απλώς ποινική διαδικασία για αξιόποινη πράξη σε βαθμό κακουργήματος (πράξη από την οποία ενδέχεται να απαλλαγεί), να απαγορεύεται να λαμβάνει τακτική άδεια, ενώ ο καταδικασμένος δύο, τρεις, πέντε ή δέκα φορές σε ισόβια κάθειρξη να μπορεί να λαμβάνει τακτική άδεια, εφόσον βεβαίως έχει κρατηθεί οκτώ τουλάχιστον έτη».

Είναι αδύνατο να μην αντιλαμβάνεται ο κ. Σανιδάς το προφανές. Οτι δηλαδή όταν εκκρεμεί δικαστική απόφαση και δεν υπάρχει τελική επιμέτρηση/συγχώνευση ποινής, δεν μπορεί να υπολογιστεί ο απαιτούμενος χρόνος έκτισης ποινής για τη χορήγηση άδειας σε κανέναν κρατούμενο.

Αρκετά χρόνια πριν -συγκεκριμένα το 2002- ο εισαγγελέας Παναγιώτης Μπρακουμάτσος εξηγούσε στηριζόμενος και σε αποφάσεις του Αρείου Πάγου: «Εάν συνεκτίονται με κοινή έναρξη είτε περισσότερες ποινές ισόβιας κάθειρξης είτε ποινή ή ποινές ισόβιας κάθειρξης και πρόσκαιρης κάθειρξης ή φυλάκισης, το χρονικό διάστημα των οκτώ ετών αποτελεί τυπική προϋπόθεση για τη χορήγηση άδειας στις περιπτώσεις αυτές, και τούτο διότι κρίνεται ότι αρκεί για την αξιολόγηση των (σ.σ. υπόλοιπων) ουσιαστικών προϋποθέσεων για τη χορήγηση αδείας.

»Η διάταξη του άρθρου 55 παρ. 1 επιβάλλει, για τη χορήγηση της άδειας, τον αθροιστικό υπολογισμό των ποινών εκείνων που είναι δυνατόν να προσμετρηθούν (πολύ περισσότερο στις περιπτώσεις που η αθροιστική έκτιση ποινών επιβάλλεται υποχρεωτικά από τον νόμο και δεν χωρεί επιμέτρηση). Αν η επιμέτρηση δεν είναι δυνατή κατά τον νόμο, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί αθροίσματος των ποινών αυτών (ΓνωμΕισΑΠ Ηλ. Σπυρόπουλου 2588/1995). Επί κρατουμένων στους οποίους έχουν επιβληθεί δις ή τρις ισόβια με την αυτή απόφαση, έχει κριθεί ότι για τη χορήγηση τακτικής αδείας αρκεί το διάστημα των 8 ετών (βλ. 7/93 ΓνωμΕισΑΠ)».

Ο κ. Σανιδάς υιοθετεί, τέλος, κι ένα -αγοραίο- επιχείρημα, ότι το τριμελές συμβούλιο της φυλακής δεν είναι κατάλληλο να αποφασίζει για τις άδειες, ειδικά όταν ο εισαγγελέας δεν ασκήσει (αρνητικό) βέτο, και επομένως δεν μπορεί να πάει η υπόθεση στο Δικαστικό Συμβούλιο. Εχουμε δηλαδή εδώ την πλήρη ανατροπή του σκεπτικού για το ευεργετικό αυτό μέτρο που θεμελιώνει ακριβώς τους λόγους για τους οποίους το συμβούλιο της φυλακής είναι το αρμόδιο όργανο να κρίνει τη συμπεριφορά του κάθε κρατούμενου μετά την επιβολή της ποινής. Ο κ. Σανιδάς εμφανίζεται προκαταβολικά σίγουρος ότι, εφόσον ασκηθεί εισαγγελικό βέτο, τότε αυτομάτως το δικαστικό συμβούλιο θα συνταχθεί με τον εισαγγελέα.

Κουνώντας το δάχτυλο στους εισαγγελείς, ισχυρίζεται πως «είναι προφανές ότι δεν είναι επιτρεπτή η χορήγηση τακτικής αδείας σε άτομα που έχουν καταδικασθεί σε πλείονες της μιας ποινές ισοβίου καθείρξεως και εντεύθεν οι αποφάσεις των Συμβουλίων των Φυλακών, με τις οποίες χορηγήθηκαν τακτικές άδειες σε άτομα που έχουν καταδικασθεί σε ποινές ισοβίου καθείρξεως πλείονες της μιας, δεν είναι σύννομες». Ο κ. Σανιδάς, εκτός από τα δικαιώματα των κρατουμένων, αμφισβητεί πλέον και την ελεύθερη δικανική κρίση των εισαγγελέων.

Τις συνέπειες των παρεμβάσεων αυτών άρχισαν να βιώνουν κρατούμενοι χωρίς πειθαρχικά παραπτώματα που έπαιρναν τακτικές άδειες. Για παράδειγμα, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Βόλου, με απόφαση που έρχεται σε αντίθεση όχι μόνο με την πολυετή εφαρμογή του νόμου αλλά και με την πάγια νομολογία, συντάχθηκε με το βέτο του εισαγγελέα και απέρριψε την τακτική άδεια στον Δ. Κουφοντίνα. Ακούγεται μάλιστα ότι ακολουθούν και οι άλλοι πολυϊσοβίτες που έπαιρναν κανονικά άδειες.

Για την κρίση αναφορικά με την ύπαρξη καλής διαγωγής ως όρου χορήγησης της άδειας, ο νόμος πράγματι θέτει ορισμένες κατευθυντήριες γραμμές. Εάν αυτές πληρούνται, τότε δεν έχει δικαίωμα ο δικαστής να προχωρήσει σε δεύτερο επίπεδο κρίσης για το αληθές ή το ψευδές της καλής διαγωγής του κρατουμένου.

Κάτι τέτοιο θα σήμαινε ουσιαστικά απόπειρα αξιολόγησης του φρονήματός του, μέγεθος το οποίο ουδέποτε ενδιέφερε το σύγχρονο φιλελεύθερο ποινικό δίκαιο. «Δεν διαφαίνεται βούληση του νομοθέτη να καταδύεται ο δικαστής στη λεγομένη “άβυσσο” της ψυχής του καταδίκου για να διαγνώσει αν η διαγωγή του υπήρξε πράγματι ή κατ’ επίφαση καλή» (ΣυμβΕφΠειρ 24/2014). Δηλαδή η πολιτεία δεν μπορεί να λειτουργεί εκδικητικά απέναντι σε οποιονδήποτε, διότι αν το κάνει, αυτό επιβεβαιώνει αυτούς που την «εχθρεύονται» και χάνει την υποτιθέμενη ηθική υπεροχή της.

Η βαρύτητα ενός εγκλήματος αποτελεί στοιχείο και δεν μπορεί να «διορθωθεί» ό,τι κι αν κάνει ο κρατούμενος, επομένως, σύμφωνα με τη λογική Σανιδά και λοιπών «αναμάρτητων», δεν θα μπορεί ποτέ ο κρατούμενος να πάρει άδεια. Αυτός είναι και ο λόγος που ο νομοθέτης προβλέπει ότι μόνο το έγκλημα κάποιου καταδικασμένου δεν μπορεί να θεμελιώσει λόγο απόρριψης αιτήματος τακτικής άδειας.

Παρέμβαση Νο 2 : Το άρθρο 105 Π.Κ. και η υφ’ όρον απόλυση καταδίκου σε πολλαπλές ισόβιες καθείρξεις

Ο Γ. Σανιδάς παρεμβαίνει και στις 17/1/2019 με άλλο άρθρο. Ο πρώην εισαγγελέας δυστυχώς μοιάζει να συντάσσεται με όλους εκείνους που επιμένουν να αγνοούν ότι στην ευρωπαϊκή Ελλάδα έχει καταργηθεί η θανατική ποινή. Δεν γνωρίζουμε αν ο ίδιος στο παρελθόν (είτε επί χούντας είτε αργότερα) είχε προτείνει θανατική ποινή για κάποιον.

Ευτυχώς όμως το ελληνικό δίκαιο προσαρμόστηκε και δίνει σε όλους ανεξαιρέτως τους καταδικασμένους μια ελπίδα επανένταξης και μια δεύτερη ευκαιρία, προσδιορίζοντας το πότε, με ποιους όρους και με ποια συμπεριφορά εντός φυλακής ένας κρατούμενος αρχίζει να έχει δικαίωμα αποφυλάκισης με όρους ή και χωρίς, με ανώτατο πάντα όριο τα 25 χρόνια. Η συγχώνευση των ποινών και τα ανώτατα όρια κράτησης είναι διατάξεις ακόμα και του αναχρονιστικού Ποινικού Κώδικα.

Δικαιώματα κρεμασμένα στα περίπτερα

Με το ίδιο επιχείρημα ο Γ. Σανιδάς αποφασίζει το 2019 ότι εξαιρούνται οι πολυϊσοβίτες από την υφ’ όρον απόλυση. «Και η σχετική διάταξη (άρ. 105 του Π.Κ.) ούτε προβλέπει ούτε ρυθμίζει το ζήτημα της απολύσεως υφ’ όρον για κρατουμένους που έχουν καταδικασθεί σε πλείονες της μιας ποινές ισοβίου καθείρξεως. Αφού, όμως, για το ζήτημα αυτό ουδέν προβλέπει ούτε το ρυθμίζει, σημαίνει ότι δεν είναι επιτρεπτή η υφ’ όρον απόλυση σε κρατούμενο που έχει καταδικασθεί σε ποινές ισοβίου καθείρξεως πλείονες της μιας».

Προκειμένου δε να θεμελιώσει τον παράλογο αυτό συλλογισμό, αναφέρεται στο Σύνταγμα και στην παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, υποστηρίζοντας ότι αδικούνται οι ισοβίτες έναντι των πολυϊσοβιτών! Ο κ. Σανιδάς δηλώνει ανοιχτά ότι ο καταδικασμένος θα χρειαστεί μερικές ζωές προκειμένου να εκπληρώσει το χρέος του, ενώ ακόμα κι αν η συμπεριφορά του μετά την καταδίκη είναι άψογη, θα παραμείνει μέχρι τελικής πτώσεως στα εκδικητικά μπουντρούμια του κράτους δικαίου.

Το κλειδί της παρέμβασής του βρίσκεται ασφαλώς στον επίλογο: «Στο τέλος τέλος, αξιοπρέπεια ως άνθρωποι δεν μπορεί να έχουν μόνον οι δολοφόνοι. Είχαν και οι φονευθέντες, όπως επίσης έχουν και οι συγγενείς. Και αυτών η αξιοπρέπεια προσβάλλεται όταν βλέπουν τους δολοφόνους να μπορούν να εξέρχονται των φυλακών, κατ’ αρχάς με τακτικές άδειες και στη συνέχεια με υφ’ όρον απόλυση, και να κυκλοφορούν ελεύθεροι».

Κανείς δεν αμφιβάλλει για τον πόνο και την οδύνη των συγγενών των θυμάτων. Πώς όμως είναι δυνατόν να χρησιμοποιείται η οδύνη σαν επιχείρημα και μάλιστα από εισαγγελέα προκειμένου να δικαιολογηθεί η μη ισότιμη εφαρμογή του νόμου; Γιατί δεν εξανίσταται ο κ. Σανιδάς και για την άδεια ή την υφ’ όρον απόλυση καταδικασμένου σε μία μόνο ισόβια ποινή; Το δικό του θύμα δεν έχει συγγενείς;

Ποιος είναι ο Γιώργος Σανιδάς​​​​​​

EUROKINISSI / ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ

Ο βαθιά συντηρητικός εισαγγελέας Γ. Σανιδάς, που ξεκίνησε τη θητεία του το 1971, στα μαύρα χρόνια της χούντας, ανέλαβε την υπόθεση του παραδικαστικού. Το 2006 επελέγη από την κυβέρνηση της Ν.Δ. ως εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μέχρι το 2009, όταν και συνταξιοδοτήθηκε. Διαθέτει ένα πλούσιο βιογραφικό ακροβασιών όπως αυτές που παραθέσαμε, παρεμβάσεων, συγκρούσεων, ακόμα και διώξεων κατά συναδέλφων του, και έχει δεχτεί σφοδρές επικρίσεις.

● Ως εισαγγελέας του Αρείου Πάγου αποφάσισε ότι οι δικογραφίες για το Βατοπέδι, που σκόνταψαν σε ονόματα πολιτικών, δεν έπρεπε να διαβιβαστούν αμελλητί στη Βουλή, αλλά να αξιολογηθούν πρώτα από τον… ίδιο, που έκρινε ότι οι υπουργοί είχαν παραπλανηθεί και επομένως δεν συνέτρεχε λόγος για τη Βουλή!

Συγκρούστηκε με τον πρώην εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτρη Λινό για το θέμα αυτό, δεδομένου ότι τελικά εμπόδισε την αμελλητί διαβίβαση της δικογραφίας στη Βουλή. Τότε, παραιτήθηκαν οι αρμόδιοι εισαγγελείς που είχαν εντοπίσει ευθύνες υπουργών, ενώ η αντιπολίτευση αντιδρούσε σφοδρά.

Ο Μιχάλης Καρχιμάκης (βουλευτής ΠΑΣΟΚ που διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στην αποκάλυψη του «μη» σκανδάλου) δήλωνε: «Αυτή η κυβέρνηση με τον εντολοδόχο της αρχιδικαστή ξεπέρασαν κάθε όριο επεμβάσεων στη Δικαιοσύνη προκειμένου να διασωθούν οι κορλεόνηδες του Μαξίμου. Ευτυχώς όμως υπάρχουν έντιμοι και ανεξάρτητοι δικαστές» («Τα Νέα», 14/10/2008).

● Συγκρούστηκε με τον τότε επικεφαλής της Εθνικής Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες Γιώργο Ζορμπά, καθώς θεώρησε το πόρισμα που κατέθεσε στη Βουλή για την υπόθεση των ομολόγων ως μη σύννομο.

● Συγκρούστηκε με την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, δίνοντας θετική γνωμοδότηση για να λειτουργήσουν κάμερες της αστυνομίας σε δημόσιους χώρους και πλατείες.

● Συγκρούστηκε με τον αείμνηστο, βαθιά δημοκράτη, εισαγγελέα Σωτήρη Μπάγια, που τότε ήταν πρόεδρος της Ενωσης Εισαγγελέων, ζητώντας μάλιστα την ποινική δίωξή του και την οριστική παύση του (!) για το γεγονός ότι ως συνδικαλιστής εξέφρασε ελεύθερα την άποψή του επί κρίσιμων θεμάτων. Ο τότε αναπληρωτής κυβερνητικός εκπρόσωπος Ευάγγελος Αντώναρος δήλωνε: «Το δικαίωμα διατύπωσης, ελεύθερα, της άποψης δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση». Το σύνολο του δικαστικού κόσμου είχε ταχθεί στο πλευρό του Σωτήρη Μπάγια, ο οποίος και απαλλάχθηκε πανηγυρικά από όλες τις κατηγορίες του Γ. Σανιδά.

● Συγκρούστηκε με τους συμβασιούχους όταν άλλαξε σε βάρος τους τη νομολογία του Αρείου Πάγου και, τέλος, παρενέβη και στο θέμα του νόμου για τα ομόφυλα ζευγάρια, με την κυβέρνηση Καραμανλή να αποφασίζει τελικά ότι το σύμφωνο συμβίωσης αφορούσε μόνο ετερόφυλα ζευγάρια.

(ΠΗΓΗ: https://www.efsyn.gr/ellada/dikaiosyni/188282_aythairetes-ermineies-kai-skopimotites-se-baros-tis-isonomias  )