Τουρισμός: Η ανάγκη για ένα νέο μοντέλο

Την τελευταία δεκαετία τόσο ο υπερτουρισμός όσο και η τουριστοφοβία έχουν χαρακτηριστεί ως δύο πολύ επικίνδυνες τάσεις, καθώς μπορούν να στρέψουν την κοινή γνώμη ενάντια στον τουρισμό. Αυτό μπορεί να συμβεί ειδικά σε περιοχές που θεωρούνται τουριστικοί προορισμοί και απαιτεί εντατική προσοχή από πλευράς των τοπικών αρχών και όλων των εμπλεκόμενων ομάδων, ώστε να εφαρμόσουν τις αντίστοιχες πολιτικές για τη διαχείριση του τουρισμού με όρους βιώσιμης ανάπτυξης σε αστικό περιβάλλον.

Υπερτουρισμός και τουριστοφοβία

Ο όρος υπερτουρισμός είναι αρκετά πρόσφατος και αναφέρεται στην έντονα αρνητική επίδραση του τουρισμού ενός προορισμού ή επιμέρους περιοχές αυτού αρνητική στην αντιλαμβανόμενη ποιότητα της ζωής των κατοίκων και/ή στην ποιότητα των εμπειριών των επισκεπτών. Η Βαρκελώνη βρίσκεται στο επίκεντρο των αυξανόμενων ανησυχιών σχετικά με την ταχεία ανάπτυξη του τουρισμού στις πόλεις, ιδίως κατά τις περιόδους αιχμής. Εκτιμάται ότι το 2017 υπήρχαν 30 εκατομμύρια διανυκτερεύσεις από τουρίστες στην πόλη, ενώ ο συνολικός πληθυσμός φτάνει τους 1.625.137 κατοίκους. Αυτός είναι και ο λόγος που σε ολόκληρη τη Νότια Ευρώπη αυξάνονται οι διαδηλώσεις και τα κοινωνικά κινήματα, που δίνουν μάχη κατά του υπερτουρισμού και του αντίκτυπου που έχει στους κατοίκους της περιοχής.

Την ώρα που πολλοί τουρίστες θέλουν να «ζουν σαν ντόπιοι» και να έχουν μια αυθεντική εμπειρία κατά την επίσκεψή τους, οι κάτοικοι πολλών προορισμών που εξαρτώνται από τον τουρισμό βλέπουν τον τόπο τους να «εξαφανίζεται» μέσα στα καταστήματα με τα σουβενίρ, τα πλήθη, τα μπαρ και τις καφετέριες. Υποφέρουν επίσης από τις τεράστιες πιέσεις των τοπικών εγκαταστάσεων και των υποδομών.

Πρόκειται στην πραγματικότητα για ένα παγκόσμιο φαινόμενο. Άλλοι προορισμοί όπου το ζήτημα του υπερτουρισμού έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις είναι η Μαγιόρκα, το Παρίσι, το Ντουμπρόβνικ, το Κιότο, το Βερολίνο, το Μπαλί και το Ρέικιαβικ. Πρόσφατα, οι αρχές της Ταϊλάνδης αναγκάστηκαν να πάρουν δραστικά μέτρα, όταν ο αριθμός των τουριστών που επισκέπτονταν τον κόλπο Maya, την παραλία που έγινε γνωστή από την ταινία «The Beach» του Danny Boyle, δημιούργησε σοβαρές περιβαλλοντικές ζημίες.

Η «τουριστοφοβία» από την άλλη έχει τις βάσεις της στην ξενοφοβία και συνήθως εκδηλώνεται με αρνητικά συναισθήματα απέναντι σε συγκεκριμένους τύπους τουριστών. Η διαφορά της από τον υπερτουρισμό είναι ότι, ενώ ο υπερτουρισμός επιδρά βραχυπρόθεσμα στη συνείδηση ενός κατοίκου –όταν, για παράδειγμα, χρειάζεται και ο ίδιος τρεις ώρες για να ανέβει στον Πύργο του Άιφελ–, τα κατάλοιπα ανάλογων εμπειριών δίνουν χώρο στην ανάπτυξη ξενοφοβικής συμπεριφοράς, η οποία μπορεί δυνητικά να εκτραχυνθεί υπερβαίνοντας την τουριστοφοβία και οδηγώντας σε ακόμα πιο ακραίες συμπεριφορές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το σύνθημα «Τουρίστες δεν είστε ευπρόσδεκτοί» που βλέπουμε γραμμένο στους τοίχους της Βαρκελώνης και άλλων μεγάλων ευρωπαϊκών πόλεων.

Το «σύνδρομο της Βενετίας»

Η πιο γνωστή περίπτωση, που αποτέλεσε αφορμή να εντατικοποιηθούν οι συζητήσεις για τις στρεβλώσεις που προκαλεί, υπό προϋποθέσεις, το τουριστικό φαινόμενο, ήταν η Βενετία. Πρόκειται για μια από τις πιο γνωστές πόλεις-μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO. Σήμερα οι συζητήσεις για τον κίνδυνο που διατρέχουν η πόλη και η λιμνοθάλασσα που την περιβάλλει έχουν πυκνώσει, ίσως περισσότερο από ποτέ.

Για χρόνια η Βενετία δεχόταν τέτοιες πιέσεις από το τουριστικό ρεύμα, που ήταν αναπόφευκτο να εμφανιστούν σημάδια υπερτουρισμού, αλλά και εγκατάλειψης του κέντρου της πόλης από τους μόνιμους κατοίκους. Ένας συνδυασμός παραγόντων, οι οποίοι αποτελούν το βασικό περιεχόμενο του όρου «σύνδρομο της Βενετίας», οδήγησε σε απόρριψη του τουρισμού. Η βασικότερη αιτία είναι ο μεγάλος αριθμός αφίξεων κάθε χρόνο (περισσότεροι από 10 εκατομμύρια επισκέπτες το χρόνο) σε ένα ιστορικό κέντρο που φιλοξενεί περίπου 55 χιλιάδες κατοίκους. Μπορεί εύκολα να κατανοήσει κανείς γιατί ο αριθμός αυτός προκαλεί συνωστισμό, αλλά ακόμα και ιδιωτικοποίηση δημόσιων χώρων. Η ένταση του τουριστικού κύματος στη Βενετία έχει επίσης οδηγήσει σε μια πολύ σοβαρή κρίση τον τομέα της κατοικίας, με έντονα τα χαρακτηριστικά ενός ιδιόμορφου κοινωνικού αποκλεισμού.

Το κόστος μόνιμης εγκατάστασης ανέβηκε σε τέτοια επίπεδα, ώστε η Βενετία μετατράπηκε στην πιο ακριβή περιοχή της Ιταλίας. Οι κάτοικοι αδυνατούν να πληρώνουν τα τεράστια ποσά που απαιτούνται, με τις ηλεκτρονικές πλατφόρμες βραχυχρόνιας μίσθωσης να κάνουν την κατάσταση ακόμα πιο δύσκολη. Αναγκάζονται έτσι να εγκαταλείπουν τα σπίτια τους και να οδηγούνται σε άλλες περιοχές με πιο διαχειρίσιμα κόστη διαβίωσης. Τελικά, περιοχές όπως το ιστορικό κέντρο της Βενετίας οδηγούνται σε δραστική μείωση του μόνιμου πληθυσμού και μετατρέπονται σε πόλεις τουριστών.

Διαβάστε επίσης: «Αντιτουρισμός»: Για όσους επιθυμούν κάτι πιο αυθεντικό

Τι πρέπει να γίνει

Σύμφωνα με την μελέτη του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών (ΕΝΑ) με θέμα «Τουρισμός σήμερα: Προς ένα νέο μοντέλο αλληλεπίδρασης επισκεπτών & κατοίκων» της Αγγελικής Μητροπούλου, για τους προορισμούς που δεξιώνονται μαζικά τουριστικά ρεύματα είναι αναγκαία η ύπαρξη ενός συστήματος που θα συλλέγει πληροφορίες για την κοινωνική φέρουσα ικανότητά τους. Και αυτό θα πρέπει να γίνει άμεσα, διότι, όταν οι κοινωνικές επιπτώσεις γίνουν πια εμφανείς και εμφανιστούν στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, τα προβλήματα που ανακύπτουν και σχετίζονται με τον τουρισμό έχουν ήδη γίνει κοινός τόπος. Η συμπεριφορά των τουριστών προκαλεί συνθήκες κοινωνικής ανομίας στην κοινότητα: Ο υπερβολικός συνωστισμός, που βλάπτει το περιβάλλον και οδηγεί βασικές υπηρεσίες σε δυσλειτουργία –ακόμη και κατάρρευση–, η απώλεια της ταυτότηταςκαι του παραδοσιακού τρόπου ζωής μιας κοινότητας, η εισβολή σε ιδιωτικούς χώρους για ιδιωτικό εμπόριο, η επισφάλεια στον εργασιακό τομέα, ο πληθωρισμός που προκαλείται από τον τουρισμό και επηρεάζει βασικά αγαθά, η εκτόξευση των τιμών των ακινήτων, είναι μερικά μόνο παραδείγματα για τις επιπτώσεις του υπερτουρισμού και της νέας περιόδου του –μάλλον βίαιου– «εξευγενισμού».

Με ενδιαφέρον αναμένεται η έκθεση του μη κερδοσκοπικού οργανισμού «the Travel Foundation», που θα δημοσιευθεί τον Μάρτιο του 2019, σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Cornell και την EplerWood International, με τίτλο «Το αόρατο βάρος του τουρισμού». Σε αυτή θίγονται άμεσα τα μεγάλα ζητήματα που ανακύπτουν από τον υπερτουρισμό σε παγκόσμια κλίμακα, καθώς οι αριθμοί καταδεικνύουν ότι αρκετοί προορισμοί διεθνώς δεν είναι κατάλληλα προετοιμασμένοι για τις πρωτοφανείς απαιτήσεις από τις ολοένα αυξανόμενες τουριστικές ροές. Με την ανάπτυξη να συνεχίζεται με αλματώδεις ρυθμούς, φθάνοντας τα 1,8 δισεκατομμύρια τουρίστες μέχρι το 2030, μια παγκόσμια κρίση απειλεί να χτυπήσει τον πλανήτη.

Σε αυτή την έκθεση υπερτονίζεται και το συμπέρασμα, σχετικά με την αναγκαιότητα πρόσβασης σε σωστή πληροφόρηση, με στόχο το σχεδιασμό κατάλληλων πολιτικών. Πράγματι, στην έκθεση του «the Travel Foundation» θα τεκμηριώνεται ότι η αποτυχία να υπολογιστεί σωστά το πλήρες κόστος της ανάπτυξης του τουρισμού είναι σημαντικό εμπόδιο για δράση, και αυτός αποτελεί έναν πολύ καλό λόγο για τον οποίο απαιτούνται νέοι λογιστικοί μηχανισμοί για την προστασία των περιουσιακών στοιχείων από τα οποία εξαρτώνται οι εθνικές οικονομίες και οι επιχειρήσεις παγκοσμίως.

Αρκετές έρευνες επιβεβαιώνουν ότι οι τοπικές αρχές διαδραματίζουν καταλυτικό ρόλο, ειδικά για τη διαχείριση του συγκεκριμένου φαινομένου. Αυτό ωστόσο δεν σημαίνει ότι οι υπόλοιποι «παίκτες», όπως οι τοπικές επιχειρήσεις, οι κάτοικοι αλλά και οι ίδιοι οι τουρίστες, ακόμη και η κεντρική κυβέρνηση, δεν θα πρέπει να είναι ενεργά υποκείμενα που θα σχεδιάσουν και θα υλοποιήσουν κατάλληλες δράσεις για τη διαχείριση του φαινομένου πριν την κορύφωσή του, η οποία οδηγεί –όπως η πράξη έχει δείξει– ακόμα και σε βίαιες διαμαρτυρίες και κατασταλτικά μέτρα, ενισχύοντας μια αρνητική εικόνα της διεθνούς κοινής γνώμης για το τουριστικό φαινόμενο και τους ίδιους τους προορισμούς.

Το μοντέλο του μαζικού τουρισμού όπως το γνωρίζουμε –όπως αυτό έχει κυριαρχήσει για πολλές δεκαετίες–  έχει δείξει τα όριά του. Οι τουριστικοί προορισμοί παγκοσμίως αντιμετωπίζουν νέες προκλήσεις, που απαιτούν νέες, πιο δραστικές λύσεις, οι οποίες πρέπει να αναζητηθούν σε μοντέλα εκτός του μαζικού τουρισμού και να σχεδιαστούν με την ενεργό εμπλοκή όλων των ενδιαφερόμενων μερών (κατοίκων, τουριστών, επιχειρήσεων, τοπικών αρχών).

Οι κάτοικοι μιας περιοχής, οι επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται σε αυτή αλλά και οι τουρίστες πρέπει να βρίσκονται στο κέντρο της διαδικασίας σχεδιασμού των πολιτικών σε μόνιμη βάση. Για να προχωρήσει η παγκόσμια ερευνητική κοινότητα και οι αρχές στα επόμενα στάδια του κύκλου πολιτικής για τον υπερτουρισμό, είναι αναγκαία η ανάπτυξη κατάλληλων δεικτών, και γι’ αυτό απαιτείται η συλλογή αξιόπιστων δεδομένων από όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η κατάλληλη επεξεργασία τους.

Τα ζητήματα της διακυβέρνησης στις πλατφόρμες της οικονομίας διαμοιρασμού δεν πρέπει πια να θεωρούνται δευτερεύοντα. Συνεπώς, χρειάζεται ένα μοντέλο που θα είναι συμμετοχικό, ολιστικό, θα περιλαμβάνει μέτρα προληπτικού και όχι κατασταλτικού χαρακτήρα, θα προωθεί την προστασία του φυσικού και πολιτισμικού περιβάλλοντος και θα θέσει τις βάσεις για μια βιώσιμη αλληλεπίδραση μεταξύ των ομάδων ενδιαφερόντων.

Ολόκληρη η έρευνα του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών