Τσίπρας: Εκκωφαντική η αφωνία της Ελλάδας για την τουρκική εισβολή στη Συρία

«Η εισβολή της Τουρκίας στη Βόρεια Συρία είναι παράνομη.

»Θα οδηγήσει σε περαιτέρω αποσταθεροποίηση την περιοχή καθώς και σε ενίσχυση των προσφυγικών ροών στο Αιγαίο» σημειώνει ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξης Τσίπρας, σε ανάρτησή του στο Twitter.

Επισημαίνει δε, ότι «η αδυναμία της Διεθνούς Κοινότητας να επιβάλει το Διεθνές Δίκαιο, προφανής» ενώ χαρακτηρίζει ως τραγική την «ασυνάρτητη» στάση του Προέδρου Τραμπ και την «αφωνία της Ελλάδας εκκωφαντική».

Δείτε τις αναρτήσεις:

(ΠΗΓΗ : https://www.tribune.gr/politics/news/article/612231/tsipras-ekkofantiki-i-afonia-tis-elladas-gia-tin-toyrkiki-eisvoli-sti-syria.html  )

Υπ. Παιδείας: Αφωνία ΟΛΜΕ – ΔΟΕ στις δηλώσεις στελεχών της ΝΔ για διορισμούς και αξιολόγηση

«Το ερώτημα προς την ΟΛΜΕ και τη ΔΟΕ είναι απλό: Η σιωπή τους σε αυτές τις εξαγγελίες αποτελεί συμφωνία;»

«Εντύπωση προκαλεί η αφωνία των Εκπαιδευτικών Ομοσπονδιών ΟΛΜΕ και ΔΟΕ σχετικά με τις δηλώσεις στελεχών της Ν.Δ. τόσο για τους μόνιμους διορισμούς εκπαιδευτικών όσο και για την αξιολόγηση σχολικών μονάδων και εκπαιδευτικών μέσω… διαδικτύου» αναφέρει το υπουργείο Παιδείας.

Όπως σημειώνει, ο αντιπρόεδρος της Ν.Δ. Κωστής Χατζηδάκης και ο πρώην υπουργός Γιώργος Βλάχος, σε συνεντεύξεις τους παραδέχθηκαν ότι ακόμη και οι 4.500 διορισμοί στην Ειδική Αγωγή -διαδικασία η οποία είναι σε εξέλιξη μέσω ΑΣΕΠ- είναι «στον αέρα». «Ο κ. Βλάχος δήλωσε σε συνέντευξή του στην ΕΡΤ1 για τους διορισμούς: «Από την στιγμή που οι αριθμοί αυτοί δεν έχουν προέλθει από κάποια μελέτη για να δούμε τις ανάγκες, προφανώς είναι στον αέρα» για να αναρωτηθεί κατόπιν «από πού θα πληρωθούν;» αγνοώντας ότι το σχετικό κονδύλι έχει ήδη ενταχθεί στον κρατικό προϋπολογισμό.

Επιπλέον, ο κ. Χατζηδάκης σε συνέντευξή του στο Sport24 Radio 103,3 εξειδίκευσε το γνωστό «αξιολόγηση παντού» ως εξής: «Θα υπάρχει ιστοσελίδα στο Υπουργείο που θα είναι οργανωμένη και στην πρώτη φάση η αξιολόγηση θα γίνεται από τους ενδιαφερόμενους, δηλαδή τους γονείς. Η αξιολόγηση δεν είναι μπαμπούλας».

Δηλαδή ο λαϊκισμός σε όλο του το μεγαλείο.

Το ερώτημα προς την ΟΛΜΕ και τη ΔΟΕ είναι απλό: Η σιωπή τους σε αυτές τις εξαγγελίες αποτελεί συμφωνία;» διερωτάται το υπουργείο Παιδείας.

Ο «στρατηγός» και η αφωνία ΠΑΣΟΚ για τις μίζες των 12 δισ.

Ο Θεόδωρος Τσουκάτος, ο πάλαι ποτέ «στρατηγός» του ΠΑΣΟΚ, στην απολογία του στην δίκη της Siemens, ομολόγησε απλώς τα… ανομολόγητα: Είπε ότι στις εκλογές του 2000 το ΠΑΣΟΚ ξόδεψε συνολικά 16 δις δραχμές (περίπου 47 εκατομμύρια ευρώ), εκ των οποίων τα 4 δισ. προέρχονταν από την κρατική χρηματοδότηση και τα υπόλοιπα 12 δισ. από «ανεπίσημες» χρηματοδοτήσεις. Είπε ακόμη ότι από αυτό το ποσό τα 4 δις δαπανήθηκαν για τα μέσα ενημέρωσης και άλλα 4 έως 6 δις για μετακίνηση ψηφοφόρων.

«Νοικιάστηκε όποιο αεροπλάνο δεν πετούσε εκείνη την ημέρα στον ουρανό, όποιο πλοίο δεν κινούνταν στη Μεσόγειο και όλα μα όλα τα λεωφορεία της χώρας», είπε χαρακτηριστικά για μια εκλογική αναμέτρηση η οποία, σημειωτέον, κρίθηκε σε μια διαφορά της τάξης περίπου των 100.000 ψήφων. Ο κ. Τσουκάτος είπε επίσης ότι όλα τα κόμματα έχουν «ανεπίσημους» ισολογισμούς, πως «δεν υπάρχει αρχηγός κόμματος που δεν γνώριζε ότι υπάρχουν ιδιωτικές χρηματοδοτήσεις», και ότι οι οικονομικές καμπάνιες με τα περίφημα «κουπόνια» είναι ο μόνος τρόπος για να ξεπερνιέται η παράνομη πρακτική των χρηματοδοτήσεων από ιδιωτικές εταιρίες.

Εν ολίγοις, ο Θεόδωρος Τσουκάτος είπε πως τα 12 δισ δραχμές της χρηματοδότησης του ΠΑΣΟΚ το 2000 προήλθαν από ιδιωτικές εταιρίες όπως η Siemens. Και κατόπιν όλων αυτών, ο «στρατηγός» της κυβέρνησης Σημίτη, είπε μάλλον ευλόγως «δεν ζητάω συγγνώμη από το κόμμα μου και κυρίως την ηγεσία του. Γιατί υποκριτικά και με ιδιοτέλεια με εξέθεσαν». To ενδιαφέρον εδώ είναι πως, ένα 24ωρο μετά τις δηλώσεις Τσουκάτου, ούτε το κόμμα του – ή τουλάχιστον η μετεξέλιξη αυτού, το ΚΙΝΑΛ – έχει νοιώσει την ανάγκη όχι μόνον να ζητήσει συγνώμη, αλλά ούτε καν να τοποθετηθεί επί των συγκεκριμένων αποκαλύψεων.

Η Φώφη Γεννηματά, πρόεδρος ενός κόμματος που μόνον σε μία εκλογική αναμέτρηση φέρεται να δαπάνησε 12 δις ευρώ προερχόμενα από παράνομες χρηματοδοτήσεις, επισκέπτεται το Βερολίνο και επιλέγει την εκκωφαντική σιωπή. Ο εκπρόσωπος του Κινήματος Αλλαγής Παύλος Χρηστίδης επικαλέστηκε απλώς την «εκκρεμούσα δικαστική διαδικασία» για να δηλώσει… «ουδέν σχόλιο». «Η εκκρεμούσα δικαστική διαδικασία», είπε, «βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο και δεν θα παρέμβουμε. Δεν θα κάνουμε κανένα περαιτέρω σχόλιο».

Πίσω από την ίδια δικαστική διαδικασία οχυρώθηκε και ο στενός συνεργάτης της Φώφης Γεννηματά και παλαιό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ Χρήστος Πρωτόπαππας. Και αφού είπε ότι η δίκη είναι σε εξέλιξη και δεν μπορεί να τοποθετηθεί επί των αποκαλύψεων Τσουκάτου, πρόσθεσε: «Τα οικονομικά του κόμματος ήταν πρόβλημα το οποίο διορθώθηκε ριζικά και με απόλυτη διαφάνεια. Οι οφειλές προς τις τράπεζες αποπληρώνονται με ρύθμιση και ζούμε πλέον με αυτά που έχουμε».

Ενώπιον αυτής της αφωνίας μάλλον εύλογα ήρθε η επισήμανση του κυβερνητικού εκπροσώπου Δημήτρη Τζανακόπουλου: «Τα δώρα, οι μίζες και οι υπόγειες χρηματοδοτήσεις των κομμάτων του παλιού πολιτικού συστήματος φυσικά προστίθενται στα δυσθεώρητα χρέη τους από τα θαλασσοδάνεια, άνω των 400 εκατ. ευρώ, τα οποία ακόμη κανείς τους δεν έχει εξηγήσει πώς και πότε θα ξεπληρώσουν. Αυτές οι πρακτικές του παλιού πολιτικού συστήματος είναι αρκετές για να εξηγήσουν τη δυσθυμία τους στην αρχή της Συνταγματικής Αναθεώρησης, όταν με υπεκφυγές και προφάσεις, μεθόδευαν την υπονόμευση της διαδικασίας με προφανή στόχο να μην αλλάξει το κατάπτυστο άρθρο 86 του Συντάγματος για την ευθύνη των υπουργών».

Εξίσου εύλογη, και εύγλωττη, δείχνει και η ανάρτηση του υπουργού Επικρατείας Χριστόφορου Βερναρδάκη: «Ο πακτωλός δισεκατομμυρίων», έγραψε, «που ξοδεύτηκαν από το ΠΑΣΟΚ σε εκείνη την προεκλογική καμπάνια (12 δισ. δραχμές επιπλέον, “4 δισ. επισήμως και 12 ανεπισήμως” είπε) αποτελεί τη μεγαλύτερη ίσως ομολογία διαπλοκής που έγινε ποτέ, από έναν άνθρωπο που βρισκόταν στον πυρήνα της εξουσίας. Ο Θ.Τσουκάτος αναγνώρισε ότι οι παράνομες χρηματοδοτήσεις των κομμάτων από πολλές εταιρείες αποτελούσαν κανόνα για τα κόμματα εξουσίας. Αν προσθέσουμε σε αυτές και την υπόθεση των τραπεζικών δανείων τους, με προ-χρηματοδοτήσεις μιας δεκαετίας, έχουμε το πλήρες παζλ του πιο κυνικού συστήματος κλεπτοκρατίας που υπήρξε ιστορικά στην Ελλάδα».

(ΠΗΓΗ : https://tvxs.gr/news/ellada/o-stratigos-kai-i-afonia-pasok-gia-tis-mizes-ton-12-dis  )

Η κυνική αφωνία του Κώστα Σημίτη

Ο ‘Ακης Τσοχατζόπουλος ήταν υπουργός ‘Αμυνας από το 1996 έως το 2001. Τον Οκτώβριο του 2013 καταδικάστηκε σε κάθειρξη 20 ετών επειδή, με βάση το δικαστικό πόρισμα, για ξέπλυμα μαύρου χρήματος το οποίο προερχόταν από μίζες επί εξοπλιστικών προμηθειών στην διάρκεια της υπουργικής θητείας του. Το εν λόγω μαύρο χρήμα δε, με βάση πάντοτε τα στοιχεία της δικαστικής έρευνας, αποτιμήθηκε στα 16.202.000 ελβετικά φράγκα και 1.748.000 δολάρια για την προμήθεια των TOR M1 και στα 2.960.225 ελβετικά φράγκα για τα υποβρύχια της γερμανικής FERROSTAAL.

Ο Γιάννος Παπαντωνίου διαδέχθηκε τον ‘Ακη Τσοχατζόπουλο στο υπουργείο ‘Αμυνας και διατήρησε το συγκεκριμένο χαρτοφυλάκιο έως το 2004. Την περασμένη Τρίτη προφυλακίστηκε, όπως και η σύζυγός του, με την κατηγορία ότι πήρε μίζα 2.835.000 ελβετικών φράγκων από την γαλλική Thales Nederland για την απόκτηση των έξι φρεγατών τύπου «S» από το Πολεμικό Ναυτικό.

Ο Τάσος Μαντέλης ήταν υπουργός Μεταφορών από το 1997 έως το 2000. Τον περασμένο Μάιο το Εφετείο τον καταδίκασε σε κάθειρξη 5 ετών – μειώνοντας την πρωτόδικη ποινή των 8 ετών – για ξέπλυμα 450.000 μάρκων, που προέρχονταν από τα μαύρα ταμεία της Siemens. Η προμήθεια αφορούσε το project ψηφιοποίησης του ΟΤΕ.

Ο Θεόδωρος Τσουκάτος ορίστηκε το 1996 προϊστάμενος του «Γραφείου Κοινωνικού Διαλόγου» του πρωθυπουργού και έκτοτε, κι έως το 2000, ήταν ίσως ο στενότερος συνεργάτης του Κώστα Σημίτη. Το 2008 παραπέμφθηκε για το αδίκημα της συνέργειας σε δωροδοκία και ο ίδιος ομολόγησε ότι πήρε 1.000.000 μάρκα επίσης από τα μαύρα ταμεία της Siemens τα οποία παρέδωσε στο ταμείο της Χαριλάου Τρικούπη.

Όλα αυτά μάλλον είναι (υπερ)αρκετά για να αποδείξουν ότι κάτι σάπιο υπήρχε στο «βασίλειο» του εκσυγχρονισμού. Και είναι επίσης αρκετά για να απαιτούν μια πολιτική ομολογία λάθους, μια εξήγηση, μια παρέμβαση έστω από τον έχοντα την ευθύνη του «βασιλείου» – τον τότε πρωθυπουργό.

Ο Κώστας Σημίτης όμως επέλεξε, και εξακολουθεί να επιλέγει, την επιδεικτική σιωπή. Για την ακρίβεια, επί 14 χρόνια οι μοναδικές φορές που μίλησε για την πιο σκοτεινή πλευρά του εκσυγχρονισμού, την διαφθορά, ήταν δύο: Η πρώτη ήταν για να προαναγγείλει την προσφυγή του στην Δικαιοσύνη όταν δημοσιεύματα τον ενέπλεξαν προσωπικά στις διαδρομές του μαύρου χρήματος κατά την προμήθεια του C4Ι, του συστήματος ασφαλείας των Ολυμπιακών Αγώνων. Αφετηρία εκείνης της εμπλοκής είχε αποτελέσει η κατάθεση που είχε δώσει στους Γάλλους εισαγγελείς ο πρώην πρόεδρος της Thales, Μισέλ Ζοσερόν.

Η δεύτερη φορά ήταν περίπου πριν από ενάμισι χρόνο, στην συνέντευξή του στον Σκάι, όπου αποφάσισε να κάνει μια από τις σπάνιες δημόσιες παρεμβάσεις του για να ζητήσει την διεξαγωγή πρόωρων εκλογών. Για να δηλώσει αμέσως μετά, αναφερόμενος στις υποθέσεις Τσοχατζόπουλου και Παπαντωνίου πως «η διαφθορά είναι κοινωνικό φαινόμενο». «Για να ξεπεραστεί», είχε πει, «χρειάζονται προσπάθειες όσον αφορά την δημόσια διοίκηση, τη δικαιοσύνη, τη λειτουργία της Πολιτείας, την παρέμβαση στην κοινή γνώμη. Η καταπολέμησή της δεν γίνεται με καταγγελίες… Δεν γίνεται με εχθρότητα. Γιατί όποιος καλλιεργεί εχθρότητα, παράγει εχθρότητα».

Ενδεχομένως αυτή η θεωρητική – και πολιτικά κυνική – προσέγγιση της πολιτικής διαφθοράς να ήταν εκείνη που ώθησε χθες τον Σταύρο Θεοδωράκη να γράψει:  «Το ότι ο Σημίτης κατόρθωσε να ισορροπήσει τη χώρα το ’96, το ότι συγκρούσθηκε με τον λαϊκισμό και ακολούθησε μια συνεπή ευρωπαϊκή πορεία (και έβαλε και την Κύπρο στην ΕΕ), δεν σημαίνει ότι όλα όσα έγιναν στα χρόνια του ήταν καλά καμωμένα. Και όσο πιο σύντομα αποφασίσει να μιλήσει για τα λάθη και τις παραλείψεις της δικής του περιόδου, τόσο πιο πειστικές θα είναι οι συμβουλές που δίνει για το μέλλον».

‘Ισως η ίδια αυτή προσέγγιση να έκανε και τον Γιάννη Ραγκούση να πει ότι «η πολιτική ευθύνη είναι ιστορική κι έχει ονοματεπώνυμο/α», και να ρωτήσει εάν το Κίνημα Αλλαγής «είναι πλυντήριο;».

Κι ίσως επίσης να είναι ο ίδιος θεωρητικός κυνισμός που θέτει αυθορμήτως το επόμενο ερώτημα: Ποιο θα είναι το πιο βαρύ στίγμα στην πολιτική παρακαταθήκη που, διακαώς, επεδίωξε και επιδιώκει να αφήσει ο Κώστας Σημίτης – η τότε αδράνειά του απέναντι στο βαθύ κράτος της διαφθοράς ή η επίμονη αφωνία του ενώπιον ακόμη και των πειστηρίων του εγκλήματος;

(ΠΗΓΗ : https://tvxs.gr/news/ellada/i-kyniki-afonia-toy-kosta-simiti   )