Έχουν ισχυρό κύρος οι εκπαιδευτικοί;

Δημ. 3.10.2019

ή, πιο ορθά, Γιατί και πώς να έχουν κύρος οι εκπαιδευτικοί;

Του Νίκου Τσούλια

Άκρως απλουστευτικό το αρχικό ερώτημα και ίσως να μην έχει και νόημα, μπορεί να ισχυριστεί κάποιος, και όχι αβάσιμα. Γιατί μπορεί να απαντηθεί με μια αρνητική ή με μια θετική απάντηση ή μπορεί να προσδιοριστεί με σαφές περιεχόμενο η έννοια του κύρους ή, ακόμα, μπορεί να προσεγγιστεί με στατιστικό τρόπο η απάντηση – και τι θα σήμαινε να τσουβαλιαστούν όλες οι απόψεις των τόσων και τόσων διαφορετικών νοοτροπιών και αντιλήψεων των πολιτών σε έναν ενιαίο αριθμό;

Παρ’ όλα αυτά – και παρά κι άλλα μεθοδολογικά εμπόδια – θα επιχειρήσω μια προσέγγιση περί του κύρους του εκπαιδευτικού, χωρίς να μείνω μόνο στα καλούπια του αρχικού ερωτήματος. Το κύρος είναι πάντα επιθυμητό από κάθε επάγγελμα γενικά αλλά και από κάθε επαγγελματία και εργαζόμενο ειδικά. Του προσδίδει αποδοχή αλλά και αυτοπεποίθηση, αίσθηση ότι ασκεί ένα αξιόλογο κοινωνικό έργο και του οφείλεται ένας σχετικός σεβασμός.

Προφανώς το περιεχόμενο του κύρους περιλαμβάνει και το αξιακό φορτίο κάθε εποχής και κάθε κοινωνίας. Έτσι, σήμερα στους παρακμιακούς καιρούς μας και με την επικράτηση της αγοραίας εκδοχής του πολιτισμού και της ζωής, το κύρος επικαθορίζεται εν πολλοίς από τις «αξίες» του χρήματος και της εξουσίας! Και δεν θέλει περισπούδαστη ανάλυση για να συμφωνήσει κάποιος με αυτή τη διαπίστωση. Αρκεί να υποθέσουμε ότι σε μια παρέα βρίσκονται τυχαία ένας γνωστός επιχειρηματίας, ένας πολιτικός παράγοντας και ένας …απλός πνευματικά καλλιεργημένος πολίτης. Αν σε αυτούς προστίθετο ένας παρατηρητής και παρακολουθούσε μια συζήτησή τους, σε ποιους θα έδινε σημασία;

Το κύρος του εκπαιδευτικού – για να εστιάσουμε στο θέμα μας – συνδέεται προφανώς με το κύρος του ίδιου του θεσμού που υπηρετεί, την εκπαίδευση. Και εδώ η κοινωνία μας είναι γεμάτη αντιφάσεις, γιατί πιστεύει μεν στην έννοια της γνώσης αλλά επικεντρώνει το όλο ενδιαφέρον της μάλλον στη γνώση που εισάγει τον μαθητή στο πανεπιστήμιο, όπου εισέρχεται και η υπόθεση των φροντιστηρίων – οπότε η εικόνα θολώνει, γιατί τα φροντιστήρια αφενός εστιάζουν μόνο στο επαγγελματικό ζητούμενο και αφετέρου πληρώνονται απευθείας από τον γονέα οπότε…

Παράλληλα, οι πιο βασικές λειτουργίες του σχολείου αγνοούνται ή είναι εκτός ζητούμενων. Η διαπαιδαγώγηση και η κλασική και ουμανιστική παιδεία δεν έχουν και πολλή πέραση. Η συνεργατικότητα, η ομαδικότητα δεν έχουν καμιά αξία μπροστά στο μεγάλο διακύβευμα της προσωπικής επιτυχίας. Αν ο εκπαιδευτικός υπηρετεί αυτά – και όχι μονομερώς τη …χρήσιμη γνώση -, είναι εκτός θέματος για τη χρησιμοθηρική αντίληψη γονέων και μαθητών. Αν δεν τα υπηρετεί, τότε δεν είναι παιδαγωγός και υπονομεύει ευθέως το ρόλο του σχολείου και της εκπαίδευσης.

Υπάρχει και ένα άλλο εξωγενές στοιχείο, που αλλοιώνει την κοινωνική αξιολόγηση του εκπαιδευτικού επαγγέλματος, η μαζικοποίησή του. Οι δεκάδες χιλιάδες εκπαιδευτικών, διορισμένων και αδιόριστων αντιμετωπίζονται με την αγοραία λογική της προσφοράς και ζήτησης και με δεδομένη την υπερπροσφορά μειώνεται το κύρος… Παλιότερα που δεν εύρισκες καθηγητή για να διοριστεί στα γυμνάσια, τον έβλεπες με δέος! Υπάρχει και συνέχεια, η οικονομική εικόνα, το μισθολογικό στάτους του εκπαιδευτικού. Όταν η πολιτεία παραμελεί επιμελώς τον εκπαιδευτικό, δεν προκαλεί μόνο μισθολογική στενότητα στον εκπαιδευτικό αλλά η γκρίζα οικονομική εικόνα του μετασχηματίζεται και σε (θεσμικό) παράγοντα απαξίωσής του.

Και για να προλάβω ερμηνείες του τύπου «και παλιότερα δεν αμείβονταν οι εκπαιδευτικοί αλλά είχαν κύρος», οφείλω να πω ότι η ελληνική κοινωνία παλιότερα είχε άλλο αξιακό φορτίο για το σχολείο και ότι ακόμα δεν υπήρχε η οικονομική άνεση της μεσαίας τάξης, η οποία όταν επιτεύχθηκε μετά τη δεκαετία του 1970, τροποποιούσε και τις νοοτροπίες των πολιτών. Έτσι, για παράδειγμα, αλλιώς έβλεπε ένας φτωχός αγρότης – κυρίαρχο πληθυσμιακά κοινωνικό στρώμα – στη δεκαετία του 1960 τον δάσκαλο με τον σταθερό μισθό και αλλιώς ο νεόπλουτος μεσοαστός τη δεκαετία του 1990 – κυρίαρχο πληθυσμιακά τώρα το μεσοαστικό στρώμα – τον «δασκαλάκο». Υπάρχει και κάτι ακόμα. Πολλοί πολίτες χρεώνουν αρνητικά και την κινητικότητα της συνδικαλιστικής δράσης των εκπαιδευτικών βλέποντας μόνο κάποια επιμέρους στοιχεία (π.χ. απεργία στις εξετάσεις, που βέβαια μια φορά έχει γίνει). Παρακάμπτουν τη σπουδαιότητα των αγώνων του εκπαιδευτικού κινήματος και τον πλούτο των ιδεών του για τη συνεχή αναβάθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης.

Εξ όλων αυτών διαφαίνεται ότι είναι άκρως διαμεσολαβημένη η σχέση κοινωνίας και εκπαιδευτικών και ως εκ τούτου η κοινωνία ερμηνεύει και αξιολογεί τον εκπαιδευτικό όχι με βάση τον πυρήνα της καταστατικής / θεσμικής αποστολής του και την παιδαγωγική του ευθύνη αλλά με βάση τη στενά χρησιμοθηρική και εν πολλοίς εμπορευματική κρατούσα αντίληψη. Δεν γίνεται ο εκπαιδευτικός να έχει ισχυρό κύρος – γιατί κύρος έχει αντικειμενικά ως σημαντικός παράγοντας στη διαμόρφωση του μέλλοντος των νέων – σε ένα τέτοιο αλλοτριωμένο κοινωνικό και πολιτικό συγκείμενο, και αιτιολογημένα συμβαίνει αυτό.

Ο εκπαιδευτικός οφείλει να αγωνιά και να αγωνίζεται για τη συνεχή ισχυροποίηση του κύρους του. Αλλά με δύο προϋποθέσεις: α) να μην αλλοιώνει τη βασική κοινωνική και κοσμοθεωρητική αλλά και συνταγματική και νομοθετική / θεσμική αποστολή του (πόσοι διαβάζουν και πόσοι ξέρουν Σύνταγμα και νόμους για το ρόλο της εκπαίδευσης;) και β) να στοχεύει σε εκείνο το μέρος της κοινωνίας, που είναι δημιουργικό και ερμηνεύει την πραγματικότητα και τη ζωή με ουμανιστικό και εκπαιδευτικό αξιακό φορτίο. Με τους άλλους, που προτάσσουν την εμπορευματοποιημένη εκδοχή της εκπαίδευσης, είναι …αντίπαλος!

Αφιερωμένο για την Παγκόσμια Ημέρα Εκπαιδευτικών, 5 Οκτωβρίου  

(ΠΗΓΗ  : https://www.presspublica.gr/echoyn-ischyro-kyros-oi-ekpaideytikoi/  )

Ο Καλογήρου απάντα στους δικαστές για τον Πολάκη: Η στάση αυτή προσβάλλει το κύρος της Δικαιοσύνης

Στην ανακοίνωση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων η οποία έκανε λόγο για θεσμική εκτροπή με αφορμή τις δηλώσεις του αναπληρωτή υπουργού Υγείας Παύλου Πολάκη, απαντά ο υπουργός Δικαιοσύνης Μιχάλης Καλογήρου και παράλληλα αποδίδει θεσμική εκτροπή σε συγκεκριμένες οργανωμένες πολιτικές δυνάμεις οι οποίες επικαλούνται «ισχυρισμούς κατηγορουμένων και θέσεις παραγόντων δικαστικών υποθέσεων».

Συγκεκριμένα, ο κ. Καλογήρου κατ’ αρχάς αναφέρει ότι «η ελληνική Δικαιοσύνη τυγχάνει του απόλυτου σεβασμού της ελληνικής κυβέρνησης και αντιμετωπίζεται ως η μόνη υπεύθυνη για την έναρξη, την κίνηση και διεκπεραίωση κάθε δικαστικής υπόθεσης και για την απόδοση των σχετικών ποινικών ευθυνών» και προσθέτει:

«Είναι εκείνη που μπορεί να εκτιμήσει τις απαιτούμενες ενέργειες για την αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας και η μόνη που μπορεί να αξιολογήσει ποιες ενέργειές της εξακολουθούν ή όχι να είναι αναγκαίες και ποιες εξ αυτών συμβάλλουν ή όχι αποτελεσματικά στο ως άνω έργο της, κρίνοντας πάντοτε με βάση το νόμο και τις ειδικές υπό διερεύνηση περιστάσεις, που μόνο η ίδια γνωρίζει».

Είναι αυτονόητο, συνεχίζει ο κ. Καλογήρου, ότι «οι εξελίξεις σε εκκρεμείς δικαστικές υποθέσεις, ακόμη και όσον αφορά σε εκείνες με μείζον κοινωνικό ενδιαφέρον, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο σχολιασμού από τον υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, λόγω του κρίσιμου θεσμικά ρόλου που διατηρεί».

Επίσης, ο υπουργός Δικαιοσύνης αναφέρει ότι «σε κάθε περίπτωση πάντως, δεν πρέπει να λησμονείται από όσους μιλούν για “θεσμική εκτροπή” ότι ανεπίτρεπτη θεσμικά ενέργεια είναι η επιλεκτική ταύτιση συγκεκριμένων οργανωμένων πολιτικών δυνάμεων με ισχυρισμούς κατηγορουμένων και θέσεις παραγόντων δικαστικών υποθέσεων» και συνεχίζει:

«Η πολιτική αυτή επιλογή εξυπηρετεί τη δημιουργία εντυπώσεων, λειτουργεί παρελκυστικά για τα αποτελέσματα του έργου της Δικαιοσύνης και δημιουργεί σύγχυση με σκοπό την πολιτική συγκάλυψη. Και ασφαλώς η στάση αυτή προσβάλλει το κύρος της Δικαιοσύνης και κυρίαρχα τη νοημοσύνη των πολιτών».

(ΠΗΓΗ : http://www.topontiki.gr/article/303286/o-kalogiroy-apanta-stoys-dikastes-gia-ton-polaki-i-stasi-ayti-prosvallei-kyros-tis  )

«Η στάση της Ν.Δ. στο Μακεδονικό μειώνει το κύρος της στη διεθνή σκηνή»

Ο νομικός, ακαδημαϊκός και πρώην υπουργός Μιχάλης Σταθόπουλος αξιολογεί τη Συμφωνία για το ονοματολογικό, λίγες μέρες μετά την υπογραφή της, ως «δίκαιη και άξια επιδοκιμασίας». «Χρέος κάθε πολιτικής ηγεσίας ως προς το μακεδονικό ζήτημα», λέει στην «Εφ.Συν», «είναι να ενημερώνει νηφάλια τους πολίτες που διαμαρτύρονται κατά της Συμφωνίας και όχι να λαϊκίζει χαϊδεύοντας αυτιά και τελικά εκτρέφοντας, εκούσια ή ακούσια, τα τυφλά πάθη»

Συνέντευξη

● Πώς θα αξιολογούσατε πολιτικά αλλά και προσωπικά τη Συμφωνία;

Η βασικότερη ρύθμιση της Συμφωνίας αφορά το όνομα του κράτους των βόρειων γειτόνων μας. Με τη σύνθετη ονομασία «Βόρεια Μακεδονία» εγκαταλείπεται το σκέτο «Μακεδονία».

Πρόκειται για μια θετική λύση που ενισχύεται επιπλέον καθώς το νέο όνομα θα χρησιμοποιείται erga omnes, δηλαδή τόσο στις διεθνείς σχέσεις όσο και στο εσωτερικό της ΠΓΔΜ, πράγμα που συνεπάγεται την τροποποίηση του Συντάγματός της (όπως συμφωνήθηκε ρητά). Η υποχώρηση της γείτονος εδώ είναι σημαντική.

Δεν είναι εύκολο να δεχτεί κάποιος να αλλάξει το Σύνταγμά του κατά τις αξιώσεις των άλλων.

Ταυτόχρονα, αναγνωρίζεται ότι η «Βόρεια Μακεδονία» δεν έχει καμία σχέση με την ιστορία και την πολιτιστική κληρονομιά της αρχαίας Μακεδονίας: και τα δύο μέρη συμφωνούν ότι η αρχαία Μακεδονία είναι μόνο ελληνική, ενώ τη Μακεδονία των νεότερων χρόνων κανένα από τα δύο μέρη δεν μπορεί να τη διεκδικήσει κατ’ αποκλειστικότητα. Μακεδονία έχουμε και εμείς, Μακεδονία έχουν και αυτοί.

Τούτο ανταποκρίνεται στη γεωγραφική και ιστορική πραγματικότητα των νεότερων χρόνων. Συμπερασματικά, η λύση για το όνομα του κράτους είναι δίκαιη και άξια επιδοκιμασίας.

● Μόνο εκεί;

Οπωσδήποτε σημαντικότερο είναι το όνομα, ως προς τη συχνότητα χρήσης, ιδίως στις διεθνείς σχέσεις. Επεται σε σημασία το όνομα της ιθαγένειας και ακολουθεί αυτό της γλώσσας.

Για την ιθαγένεια προβλέπεται η ονομασία «Μακεδονική/Πολίτης της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας». Το δεύτερο μέρος της ονομασίας, που αναφέρεται στον φορέα της ιθαγένειας («πολίτης της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας») είναι σωστό και εναρμονισμένο με το όνομα του κράτους.

Το πρώτο μέρος όμως (Mακεδονική ιθαγένεια) εγκαταλείπει τη σύνθετη ονομασία, που έπρεπε να είναι «Bορειομακεδονική» (ιθαγένεια).

Η ρύθμιση αυτή είναι αρνητική. Εδώ είναι προφανής η υποχώρηση της Ελλάδας. Υπό την εκδοχή ότι θα έπρεπε κατά τη Συμφωνία να χρησιμοποιείται πάντοτε το σύνολο της ονομασίας (συνολικά 5 λέξεις χωρίς τα άρθρα), πάλι υπάρχει πρόβλημα. Διότι στην πράξη ανακύπτει η ανάγκη βραχυλογίας και απλότητας και έτσι συνήθως θα επιλέγεται το όνομα «Μακεδονική».

Το σωστό θα ήταν να προβλεφθεί ως σύντομη ονομασία η λέξη «Βορειομακεδόνας» (ή «Βορειομακεδονική ιθαγένεια»), πράγμα που δεν έγινε. Το μειονέκτημα, πάντως, αυτό αμβλύνεται κάπως από το ότι η διάκριση, πως δεν πρόκειται για τη μόνη Μακεδονία, προκύπτει από το όνομα του κράτους.

● Οτι η γλώσσα θα λέγεται «μακεδονική»;

Εκεί, η υποχώρηση της Ελλάδας είναι κατά τη γνώμη μου πολύ μικρότερη. Βέβαια, σωστότερη θα ήταν η ονομασία της γλώσσας ως «σλαβομακεδονικής».

Ωστόσο, έτσι λέγονταν και παλαιότερα και άλλωστε οι Ελληνες Μακεδόνες μιλούν την ελληνική γλώσσα (δεν υπάρχει κάποια δική τους ξεχωριστή γλώσσα – είναι Ελληνες).

Οι γείτονες δεν μιλούν ούτε τη βουλγαρική ούτε τη σερβοκροατική ούτε άλλη σλαβική γλώσσα, αλλά τη διακριτή δική τους γλώσσα. Δεν θεωρώ, επομένως, τη λύση του ονόματος της γλώσσας τόσο κακή, όπως τονίζεται έντονα από πολλούς…

Εν τέλει, πιστεύω ότι η Συμφωνία, κρινόμενη στο σύνολό της, πρέπει να θεωρηθεί αποδεκτή. Τα θετικά για τη χώρα μας επικρατούν.

Τα αρνητικά είναι αναπόφευκτα σε μία κατ’ ανάγκην συμβιβαστική λύση. Επιπλέον, αν σκεφτεί κανείς ότι σήμερα περίπου 140 κράτη διεθνώς έχουν ήδη αναγνωρίσει την ΠΓΔΜ με το όνομα «Μακεδονία» και ότι επίσης είναι εξαιρετικά διαδεδομένη στη διεθνή πολιτική σκηνή η χρήση του μονολεκτικού όρου «Μακεδονία» (και όχι του δύσχρηστου FYROM), η Ελλάδα έχει συμφέρον να σταματήσει το συντομότερο αυτή η πρακτική (πριν διαιωνιστεί και οριστικοποιηθεί).

Χωρίς κάποια λύση, η συνέπεια θα ήταν ότι σ’ αυτήν την περίπτωση θα «χαρίζαμε» το όνομα Μακεδονία στους γείτονες. Το θέλουν αυτό όσοι αντιδρούν;

● Ηταν η πλέον κατάλληλη στιγμή να δοθεί μια λύση;

Οσο συντομότερα λυνόταν το θέμα τόσο το καλύτερο. Δεν βλέπω γιατί έπρεπε να αναβληθεί η λύση. Αλλωστε, οι τωρινές συνθήκες είναι ευνοϊκές (νέα κυβέρνηση στα Σκόπια, ο διεθνής παράγοντας κ.λπ.) και θα ήταν εθνικά επιζήμια η τυχόν παράλειψη της κυβέρνησης να τις αξιοποιήσει.

Δεν ξέρουμε αν και πότε θα εμφανιστεί πάλι τέτοια ευκαιρία.

● Πώς κρίνετε τις αντιδράσεις της αντιπολίτευσης, κυρίως της αξιωματικής, η οποία ακόμα δεν έχει διευκρινίσει τι θα έκανε αν ήταν η ίδια κυβέρνηση;

Από την αντιπολίτευση υπάρχουν εκείνοι που κατά βάση συμφωνούν (π.χ. ο Σταύρος Θεοδωράκης). Ωστόσο η Ν.Δ. είναι τελείως αρνητική.

Η στάση της ίσως ελαύνεται από το ότι προέχει γι’ αυτήν να πέσει η κυβέρνηση και να έλθει η ίδια στην εξουσία. Τέτοιες πολιτικές σκοπιμότητες έπρεπε να υποχωρούν όταν πρόκειται για εθνικά θέματα.

Το αντίθετο μειώνει και το κύρος της Ν.Δ. στη διεθνή σκηνή. Δικαιολογεί την υπόθεση ότι είτε χαρακτηρίζεται από ατολμία και αναποφασιστικότητα σε ένα σημαντικό ζήτημα που απαιτεί σαφή στάση, είτε τηρεί άλλη τακτική στο εσωτερικό της χώρας (για εσωτερική κατανάλωση) από αυτά που πράγματι πιστεύει.

Χρέος κάθε πολιτικής ηγεσίας ως προς το μακεδονικό ζήτημα είναι να ενημερώνει νηφάλια τους πολίτες που διαμαρτύρονται κατά της Συμφωνίας, λέγοντας τουλάχιστον ότι η σύνθετη ονομασία είναι προς το συμφέρον της χώρας μας. Και όχι να λαϊκίζει, χαϊδεύοντας αυτιά και τελικά εκτρέφοντας, εκούσια ή ακούσια, τα τυφλά πάθη.

Αντίθετα, πιστεύω πως ο νηφάλιος λόγος θα ασκούσε μεγάλη επιρροή στην κοινή γνώμη, «αποφορτίζοντας», έστω εν μέρει, την υπάρχουσα συναισθηματική φόρτιση.

● Πιστεύετε πως θα περάσει η Συμφωνία τελικά από τη Βουλή; Πρέπει να περάσει και γιατί;

Προβλέπω ότι, αν δεν μεσολαβήσει κάτι έκτακτο, μάλλον θα υπερψηφιστεί. Προσωπικά, αυτό εύχομαι. Πιστεύω ότι θα υπάρξουν βουλευτές της αντιπολίτευσης που, παραμερίζοντας πολιτικές σκοπιμότητες, θα προσθέσουν την ψήφο τους για τον σχηματισμό πλειοψηφίας.

Είναι πλέον καιρός, λύνοντας το ανοιχτό από δεκαετίες πρόβλημα, να προωθήσουμε τη δημιουργία σχέσεων καλής γειτονίας μεταξύ των δύο χωρών, με ανάπτυξη της πολιτικής, οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής συνεργασίας τους, όπως, με τρόπο εποικοδομητικό, προβλέπεται στη Συμφωνία.

Από αυτό θα έχουν να ωφεληθούν όχι μόνο οι γείτονες, αλλά και εμείς.

(ΠΗΓΗ :  http://www.efsyn.gr/arthro/i-stasi-tis-nd-sto-makedoniko-meionei-kyros-tis-sti-diethni-skini  )